Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

ΣΕΒ - Η έξοδος από την κρίση: Μαθήματα από την Αμερική του 1929


3/3/2016

Επισκόπηση

Εν μέσω γεωπολιτικών προκλήσεων με απρόβλεπτες εξελίξεις, η σταθεροποίηση και ανάπτυξη της οικονομίας αναδεικνύεται σε ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για τη χώρα μας. Απαιτείται εθνική προσπάθεια επικών διαστάσεων για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων . Συγκρίνεται μόνο, τηρουμένων των αναλογιών, με την προσπάθεια που έγινε στην Αμερική μετά το Κράχ του 1929, μέχρι και τα μέσα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Τότε, τριπλασιάσθηκε η δημόσια δαπάνη (κατανάλωση και επενδύσεις) ως ποσοστό του ΑΕΠ και η ανεργία έπεσε από 23,6% το 1932 στα χαμηλά, προ κρίσης, επίπεδα του 5%. Στην Ελλάδα που βρίσκεται εκτός αγορών, δεν ασκεί νομισματική πολιτική και δεν έχει δημοσιονομικό περιθώριο να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες της, απαιτείται η μαζική αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να γίνει σ΄ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από οιονεί υφεσιακές προοπτικές. Και όλα αυτά όταν, η σε εξέλιξη 4η βιομηχανική επανάσταση (τεχνολογίες που διαπερνούν τα όρια μεταξύ της φυσικής, της ψηφιακής και της βιολογικής σφαίρας) αφήνει πίσω τις χώρες που δεν παρακολουθούν τις τεχνολογικές εξελίξεις, προκαλώντας μεγαλύτερα αδιέξοδα στην απασχόληση χαμηλών εξειδικεύσεων. Η Ελλάδα παραμένει μια χώρα με λαμπρές προοπτικές ανάπτυξης. Η πολιτεία οφείλει να τις αξιοποιήσει και όχι να παραμένει καθηλωμένη στη διαχείριση της υφεσιακής μιζέριας και να προσβλέπει σε συνταγές ανάπτυξης μιας άλλης εποχής, που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί

Η εκτίμηση για το ΑΕΠ του τέταρτου τριμήνου 2015 βελτιώθηκε με τη δημοσιοποίηση των προσωρινών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά παραμένει η τάση ήπιας αποδυνάμωσης της οικονομίας. Η μικτή αυτή εικόνα είναι συμβατή με τη σταθεροποίηση, από τη μία, των λιανικών πωλήσεων και, από την άλλη, τη διατήρηση της μακροχρόνιας τάσης αποδυνάμωσης της τραπεζικής χρηματοδότησης και των καταθέσεων καθώς και την εκ νέου υποχώρηση του PMI. Η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού τον Ιανουάριο επιβεβαιώνει και μέσω των αναλυτικών στοιχείων, τη συνεισφορά των αυξημένων εσόδων από ΦΠΑ, ως αποτέλεσμα της αύξησης των συντελεστών και των αυξημένων εισροών από την ΕΕ, καθώς και τη συνεισφορά της συγκράτησης δαπανών στη σημαντική βελτίωση του ταμειακού ισοζυγίου του προϋπολογισμού, σε σχέση με πέρυσι και το στόχο. Δύο πρόσφατες έρευνες κοινής γνώμης, το ευρωβαρόμετρο και έρευνα του ιδρύματος ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ, αποτυπώνουν την υποχώρηση μέσα στα χρόνια της κρίσης της εμπιστοσύνης που νιώθουν οι Έλληνες σε βασικούς θεσμούς, όπως η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά την υποχώρηση η υποστήριξη, της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας παραμένει πλειοψηφική. Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύουν την εκτίμηση των Ελλήνων για την επιδείνωση της ζωής τους στα χρόνια της κρίσης. Οι έρευνες αποτυπώνουν μια πραγματικότητα: όσο η πολιτική στη χώρα μας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κρίση, η εμπιστοσύνη του κόσμου στους θεσμούς θα υποχωρεί. Και τα δύο όμως είναι προαπαιτούμενα για να αποκατασταθεί η πίστη πολιτών και επενδυτών στο μέλλον της χώρας, πίστη που θα οδηγήσει σε αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και τελικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των Ελλήνων. Η έρευνα του ιδρύματος ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ καταγράφει επίσης τη σταδιακή ωρίμανση της κοινωνίας που αναγνωρίζει τις ευθύνες της χώρας για την κρίση και την αποδοχή πολιτικών που μπορεί να την βγάλουν από την κρίση. Καταγράφει και την ισχυρή πίστη των Ελλήνων στη Δημοκρατία. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν σημαντικά εφόδια για τους πολιτικούς που θα ασκήσουν αναπτυξιακή πολιτική, βασισμένη στη δημιουργία πλούτου, ώστε να βγάλουν τη χώρα από την 7ετή πλέον κρίση.

Χωρίς ανάπτυξη, η χώρα οδεύει προς οικονομική κατάρρευση.

Η ανεργία στην Ελλάδα διαμορφώνεται σήμερα σε επίπεδα υψηλότερα απ’ ό,τι στην Αμερική την περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, που ξεκίνησε με το Χρηματιστηριακό Κραχ του 1929. Όπως καταγράφεται στο διάγραμμα της πρώτης σελίδας, η ανεργία στην Αμερική από 4,8% το 1929 ανήλθε σε 23,6% το 1932 και το 1933. Η ανεργία άρχισε σταδιακά να υποχωρεί με την μεγάλη ώθηση που έδωσαν στην οικονομία οι πολιτικές που εφαρμόσθηκαν από τον Πρόεδρο Ρούζβελτ από το 1933 και μετά. Παρόλα αυτά δεν επανήλθε στα προ κρίσης επίπεδα παρά μόνο προς τα μέσα της περιόδου του Β’ παγκοσμίου Πολέμου (1940-1945), με τη μαζική αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης και των δημοσίων επενδύσεων που απαιτούσε η πολεμική προσπάθεια. Στην Ελλάδα, η ανεργία από 7,8% το 2008 ανήλθε στο υψηλότερο σημείο (27,5%) το 2013 και έκτοτε διατηρείται σε σχετικά υψηλό επίπεδο (26,4% το 2015). Η προοπτική ταχείας μείωσης φαντάζει μάλλον μακρινή δεδομένης της αναστροφής της ανάκαμψης το 2015 και της αβεβαιότητας που επικρατεί εφέτος ως προς τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

Είναι εντυπωσιακή η εικόνα της δημόσιας δαπάνης στην Ελλάδα και την Αμερική. Στην Ελλάδα ήταν ήδη διπλάσια ως ποσοστό του ΑΕΠ απ’ ότι στην Αμερική, όταν οι δύο οικονομίες έμπαιναν στην κρίση. Τελείως διαφορετικά τα μεγέθη, με την βασική διαφορά να εντοπίζεται στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας που δεν υπήρχε τότε. Στις ΗΠΑ τα έσοδα δεν ήταν υψηλά αφού δεν είχε εφαρμοσθεί η παρακράτηση φόρου εισοδήματος στην πηγή, όπως εφαρμόσθηκε τότε για πρώτη φορά ως έκτακτο μέτρο (κάτι σαν την έκτακτη συνεισφορά αλληλεγγύης στην Ελλάδα) και βεβαίως, έμεινε και μετά από τον πόλεμο και γενικεύθηκε σε όλες τις χώρες. Από την άλλη πλευρά, υπήρχε η δυνατότητα στην Αμερική να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες, κάτι που δεν είναι δυνατόν να γίνει σήμερα στην Ελλάδα (αλλά ούτε και στις ΗΠΑ του σήμερα). Και είναι εξίσου εντυπωσιακή η συρρίκνωση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Αμερική από το 1929 μέχρι το 1932, και η επαναφορά τους στα προ κρίσης επίπεδα το 1937, μετά από οκτώ χρόνια δηλαδή. Στην Ελλάδα, είμαστε στην 7η χρονιά πτώσης, χωρίς ισχυρή προοπτική ανάκαμψης των επενδύσεων.

Το 1937-38, υπήρξε κάποια αναστροφή της πορείας εξόδου από την ύφεση στην Αμερική λόγω πρόωρης εφαρμογής περιοριστικής πολιτικής που, σύντομα όμως, εγκαταλείφθηκε και έτσι η οικονομία επανήλθε σε πορεία ταχείας αποκλιμάκωσης της ανεργίας, η οποία σταθεροποιήθηκε σε πολύ χαμηλό επίπεδο με την είσοδο της χώρας στο Β’ παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ελλάδα, το 2015-16 χαρακτηρίζεται από παρόμοια ανακοπή της ανάκαμψης που ξεκίνησε το 2014, λόγω πρόωρης χαλάρωσης, στη δική μας περίπτωση, της δημοσιονομικής προσαρμογής που, σύντομα όμως, εγκαταλείφθηκε υπέρ μίας ακόμη πιο περιοριστικής πολιτικής (3ο Μνημόνιο), με συνακόλουθο την σταδιακή επιβράδυνση της μείωσης της ανεργίας.

Εάν υπάρχουν, λοιπόν, κάποια συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν από όσα συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα σε σχέση με όσα συνέβησαν στην Αμερική πριν τον πόλεμο, είναι ότι απαιτείται να αυξηθεί μαζικά η δαπάνη στην οικονομία. Και επειδή δεν μπορεί αυτό να γίνει με αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης (αν μη τι άλλο επιδιώκεται η μείωσή της λόγω μη βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος), αλλά ούτε και των δημοσίων επενδύσεων, αφού δεν υπάρχει χρηματοδότηση (η φορολογική επιβάρυνση είναι στο ζενίθ και ο δανεισμός ανύπαρκτος) πέραν της χαμηλής προστιθέμενης αξίας και της αδιαφάνειας που συνοδεύει τις δημόσιες επενδύσεις, αυτό που απομένει είναι η  αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Και επειδή η καθαρή αποταμίευση είναι αρνητική, οι ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει να χρηματοδοτηθούν, κυρίως, από ξένες αποταμιεύσεις, που σημαίνει άμεσες ξένες επενδύσεις.

Αυτό, όμως, που είναι εντυπωσιακό είναι η απαιτούμενη αύξηση των δαπανών για να πέσει η ανεργία. Η δημόσια δαπάνη (κατανάλωση και επενδύσεις) στην Αμερική τριπλασιάσθηκε στα μέσα της πολεμικής προσπάθειας σε σχέση με την προπολεμική κατάσταση. Την ίδια περίοδο, οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν εντυπωσιακά καθώς η βαριά βιομηχανία μπήκε στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, για να ανακάμψουν, εντυπωσιακά, μόνο μετά την λήξη του πολέμου. Σήμερα, στην Ελλάδα, καλούμεθα να αναλάβουμε μία τεράστια προσπάθεια οικονομικής αναδιάρθρωσης και ανάκαμψης που δεν έχει προηγούμενο. Και αυτό πρέπει να γίνει εν μέσω ειρηνικής περιόδου και με ιδιωτικές επενδύσεις. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ολιγωρία στην ανάληψη αυτής της μεγάλης εθνικής επενδυτικής προσπάθειας (με ό,τι αυτό συνεπάγεται στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής), μας φέρνει όλο και κοντύτερα στα πρόθυρα μιας εθνικής οικονομικής καταστροφής.
Δεν είναι ώρα για επιμερισμό ευθυνών ούτε μικροπολιτικά παιχνίδια. Μία είναι η προϋπόθεση εξόδου από την κρίση και την ύφεση. Η πλήρης συμμόρφωση με το μνημόνιο, ώστε να γίνει η χώρα πόλος έλξης επενδύσεων καθώς θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, που παραμένουν λαμπρές. Ταυτόχρονα, απαιτείται η εφαρμογή ενός αναπτυξιακού σχεδίου διευκόλυνσης της εγκατάστασης ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα. Δεν υπάρχουν «εάν» και «αλλά», δεν υπάρχει «δεν γίνεται», υπάρχει μόνο «θέλω» και «μπορώ». Η κοινωνία και η οικονομία βρίσκεται σε οριακό σημείο. Όπως τον Ιούλιο του 2015, η κυβέρνηση βρήκε τη δύναμη να μην εξοβελιστεί η χώρα στο χάος της δραχμής, έτσι και σήμερα πρέπει να βρει τη δύναμη να κάνει το σωστό. Δεν ωφελεί σε τίποτα η καθυστέρηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, η άμυνα έναντι των ξένων που, δήθεν, μας επιβουλεύονται ενώ το μόνο που επιδιώκουν είναι η σταθεροποίηση της οικονομίας. Δεν ωφελεί σε τίποτα η μιζέρια της περιθωριοποίησης. Δεν μπορεί η κυβέρνηση να βρει τα χρήματα για ανάπτυξη. Απαιτούνται ιδιωτικά κεφάλαια για να μειωθεί η ανεργία. Όλα αυτά που επιχειρούνται σήμερα για την ανάπτυξη (αναπτυξιακός νόμος, προκηρύξεις ΕΣΠΑ, κ.λ.π) είναι σταγόνα στον ωκεανό και άλλοθι για να μην γίνονται ιδιωτικές επενδύσεις σε εύρος και βάθος που απαιτεί η σημερινή συγκυρία. Η χώρα πέφτει όλο και πιο βαθιά στην ανυποληψία και στην απραξία. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για την ανάπτυξη, ούτε υπάρχουν τα μέσα για να κάνει επενδύσεις το κράτος. Ας βοηθήσει, τουλάχιστον, τον ιδιωτικό τομέα να κάνει επενδύσεις. Η χώρα διαφορετικά θα καταρρεύσει.

Η κυβέρνηση επείγει να αλλάξει το μίγμα πολιτικής της ώστε η διαχείριση του προϋπολογισμού να μην οδηγεί σε νέες φορολογικές επιβαρύνσεις τις παραγωγικές δυνάμεις του τόπου. Η λύση είναι στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στην περικοπή δαπανών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Όσο παραμένει ζητούμενο η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, η αναπτυξιακή διάσταση του φορολογικού συστήματος, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η μείωση του κόστους ενέργειας και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων με τη διαμόρφωση ενός ισχυρού πλαισίου ανταγωνιστικής λειτουργίας της αγοράς στην παγκόσμια οικονομία, η συζήτηση περί ανάπτυξης θα κινείται σε θεωρητικό επίπεδο.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου